bonanza
bo
μπα
nan
ˈnæn
ναιν
za
ζα
Nyanzastanzaextravaganza

Ορισμός και σημασία του "bonanza"στα αγγλικά

01

μπονάνζα, χρυσωρυχείο

a sudden happening that brings great fortune, huge profit, or sudden increase in wealth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bonanzas
02

μια ιδιαίτερα πλούσια φλέβα πολύτιμου μετάλλου, ένα ιδιαίτερα πλούσιο στρώμα πολύτιμου μετάλλου

an especially rich vein of precious ore 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store