Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bonanza
01
μπονάνζα, χρυσωρυχείο
a sudden happening that brings great fortune, huge profit, or sudden increase in wealth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bonanzas
02
μια ιδιαίτερα πλούσια φλέβα πολύτιμου μετάλλου, ένα ιδιαίτερα πλούσιο στρώμα πολύτιμου μετάλλου
an especially rich vein of precious ore
LanGeek



























