Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
one's heart in one's mouth
01
η καρδιά του πάει να σπάσει, κόβεται η ανάσα από αγωνία
an intense feeling of suspense, fear, or nervousness
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
My heart was in my mouth as the car skidded toward the barrier.
Καθώς το αυτοκίνητο γλιστρούσε προς το κιγκλίδωμα, η καρδιά μου πήγε να σπάσει.



























