Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
goody two shoes
01
καλό παιδί, καλόκαρδος, συνεπής
a person who tries hard to let others know that they always do the right thing and behave well
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Everyone thinks she's a goody two shoes in class.
Όλοι νομίζουν ότι είναι καλό παιδί στην τάξη.
02
υπερβολικά καλό παιδί, υπερβολικά ηθικός
an exceptionally good or moral person
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Everyone teased him for being a goody two-shoes.
Όλοι τον πείραζαν που ήταν υπερβολικά καλό παιδί.



























