Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bombing
01
βομβαρδισμός, επίθεση από αέρος
an attack conducted by dropping bombs from aircraft
Παραδείγματα
The bombing caused severe damage to infrastructure.
Ο βομβαρδισμός προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις υποδομές.
02
βομβαρδισμός, βόμβα
the act of using bombs, especially by terrorists to cause harm, damage, or fear in a population
Παραδείγματα
Security measures were heightened following a series of bombings in the downtown area.
Τα μέτρα ασφαλείας ενισχύθηκαν μετά από μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων στην κεντρική περιοχή της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
bombing
bomb



























