Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead-end job
01
δουλειά χωρίς προοπτική, δουλειά χωρίς εξέλιξη
a job that does not provide one with the chance to advance to a better position or job
disapproving
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dead-end jobs
Παραδείγματα
She realized that the dead-end job she had been working in for years was not fulfilling her desire for a meaningful and challenging career.
Κατάλαβε ότι η δουλειά χωρίς προοπτική του έτρωγε την ενέργεια και τη φιλοδοξία.



























