Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead-end job
01
δουλειά χωρίς προοπτική, δουλειά χωρίς εξέλιξη
a job that does not provide one with the chance to advance to a better position or job
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dead-end jobs
Παραδείγματα
He left the dead-end job and went back to school.
Άφησε τη δουλειά χωρίς προοπτική και γύρισε στις σπουδές.



























