big mouth
big
bɪg
big
mouth
maʊθ
mawth

Ορισμός και σημασία του "big mouth"στα αγγλικά

01

μεγάλο στόμα, μαρτυριάρης

someone who shares someone's secrets and private matters with others 
big mouth definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
big mouths
Παραδείγματα
Don't tell him anything; he's a big mouth. 

Μην του πεις τίποτα· έχει μεγάλο στόμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store