Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go ape
01
ξετρελαίνομαι, τρελαίνομαι από ενθουσιασμό
to become extremely excited or enthusiastic about something
Dialect
American
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He went ape when he found out he'd won the lottery.
Ξετρελάθηκε όταν έμαθε ότι κέρδισε το λαχείο.
02
γίνεται έξαλλος, βγαίνει από τα ρούχα του
to become extremely angry
Dialect
American
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Dad went ape when he saw the scratch on the car.
Ο μπαμπάς έγινε έξαλλος όταν είδε τη γρατζουνιά στο αυτοκίνητο.



























