Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(as) poor as job
01
πάμφτωχος, άφραγκος
extremely lacking money
idiom
Παραδείγματα
The once prosperous business owner became as poor as Job after a series of unfortunate events and bankruptcy.
Εκείνα τα χρόνια ήμουν πάμφτωχος, οπότε έμαθα να μετράω και το τελευταίο κέρμα.



























