Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(as) slippery as an eel
01
γλιστερός σαν χέλι, ύπουλος
used to refer to a deceitful and untrustworthy person who cannot be easily caught or exposed
idiom
Παραδείγματα
Do n't trust him; he's slippery as an eel.
Μην τον εμπιστεύεσαι· είναι γλιστερός σαν χέλι.



























