Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interfere with
01
παρεμβαίνω, εμποδίζω
to stop something from continuing, happening, or succeeding as it was supposed to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
interfere
ενεστώτας
interfere with
γ΄ ενικό πρόσωπο
interferes with
ενεστώτα μετοχή
interfering with
απλός αόριστος
interfered with
παθητική μετοχή
interfered with
Παραδείγματα
The storm's arrival might interfere with our outdoor picnic plans.
Η άφιξη της καταιγίδας μπορεί να παρεμβαίνει στα σχέδιά μας για πικνικ στο ύπαιθρο.
02
παρεμβαίνω, δωροδοκώ
to use illegal methods, like threats or bribes, to influence a person who is supposed to provide evidence in a legal case
Παραδείγματα
The criminal was charged with interfering with a witness to prevent them from testifying in the trial.
Ο εγκληματίας κατηγορήθηκε για παρέμβαση σε μάρτυρα για να τον αποτρέψει από το να καταθέσει στη δίκη.
03
έχουν ακατάλληλη και παράνομη σεξουαλική συμπεριφορά με ένα παιδί, διαπράττουν παράνομες σεξουαλικές πράξεις με ένα παιδί
to engage in inappropriate and illegal sexual conduct with a child
Dialect
British
Παραδείγματα
It is illegal and morally wrong to interfere with a child in any way.
Είναι παράνομο και ηθικά λάθος να παρεμβαίνεις με ένα παιδί με οποιονδήποτε τρόπο.
04
παρεμβαίνω σε, χαλάω
to touch or change something in a way that damages it or makes it not work properly
Παραδείγματα
He accidentally interfered with the computer's settings, causing it to malfunction.
Επέμβασε κατά λάθος στις ρυθμίσεις του υπολογιστή, προκαλώντας τη δυσλειτουργία του.



























