Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intergovernmental
01
διακυβερνητικός
involving or relating to two or more governments or governmental agencies, especially those of different countries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The intergovernmental conference aimed to foster cooperation between the participating countries on environmental policies.
Η διακυβερνητική σύνοδος είχε ως στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων χωρών σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής.



























