Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intergovernmental
01
διακυβερνητικός
involving or relating to two or more governments or governmental agencies, especially those of different countries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Intergovernmental negotiations played a crucial role in the development of the international
Οι διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του διεθνούς.



























