Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to patrol dog
01
χρησιμοποιώ σκύλο περιπολίας για επίθεση, περιπολώ με σκύλο επίθεσης
*** a dog trained to attack a person on command, sight, or by inferred provocation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
patrol dog
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrol dogs
ενεστώτα μετοχή
patrol dogging
απλός αόριστος
patrol dogged
παθητική μετοχή
patrol dogged



























