Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overdog
01
υπερκείμενος, μεγάλος νικητής
a successful or powerful person, system, etc. that has more advantage compared to others in a given area or field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overdogs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overdog
dog



























