triumphalism
trium
ˈtraɪʌm
τραιαμ
pha
φα
li
λι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "triumphalism"στα αγγλικά

01

θριαμβολατρεία, υπερβολική υπερηφάνεια

a type of behavior characterized by taking too much pride in one's success or achievements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store