boilerplate
boi
bɔɪ
boy
ler
plate
pleɪt
pleit

Ορισμός και σημασία του "boilerplate"στα αγγλικά

01

παχύ φύλλο για λέβητες, παχιά πλάκα για λέβητες

thick plate iron used in the production of boilers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boilerplates
02

τυποποιημένο κείμενο, τυποποιημένες ρήτρες

standard text or language that is used repeatedly in legal documents or official writing 
Παραδείγματα
The contract included some boilerplate clauses. 

Η σύμβαση περιελάμβανε ορισμένες τυποποιημένες ρήτρες.

Λεξικό Δέντρο

boilerplate

boiler

+

plate

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store