Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boiler
01
λέβητας, κατσαρόλα
a metal pot for stewing or boiling; usually has a lid
02
λέβητας, θερμοσίφωνας
a machine designed for the sole purpose of providing a house with hot water
03
λέβητας, γεννήτρια ατμού
a closed vessel in which water is heated to create steam or hot water, used for heating buildings, producing electricity, or powering machines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boilers
Παραδείγματα
The building’s boiler provides hot water and heating during the winter.
Ο λέβητας του κτιρίου παρέχει ζεστό νερό και θέρμανση κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Λεξικό Δέντρο
boiler
boil



























