boiled
boiled
bɔɪld
μποϊλντ
/bˈɔ‍ɪld/

Ορισμός και σημασία του "boiled"στα αγγλικά

01

βρασμένος, μαγειρεμένος

cooked in extremely hot liquids
boiled definition and meaning
Παραδείγματα
The boiled chicken was shredded and used as the base for a flavorful
Το βραστό κοτόπουλο κοπανιστήκε και χρησιμοποιήθηκε ως βάση για ένα γευστικό πιάτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store