boiled
boiled
bɔɪld
boyld
broiled

Ορισμός και σημασία του "boiled"στα αγγλικά

01

βρασμένος, μαγειρεμένος

cooked in extremely hot liquids 
boiled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boiled
συγκριτικός βαθμός
more boiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She boiled the potatoes until they were tender, then mashed them with butter and garlic. 

Έβρασε τις πατάτες μέχρι να γίνουν τρυφερές, μετά τις έλιωσε με βούτυρο και σκόρδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store