Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil over
[phrase form: boil]
01
ξεχειλίζω, βράζω
to flow over the edges of a container because of too much boiling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
boil
ενεστώτας
boil over
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils over
ενεστώτα μετοχή
boiling over
απλός αόριστος
boiled over
παθητική μετοχή
boiled over
Παραδείγματα
Can you lower the flame? I do n't want the sauce to boil over.
Μπορείς να χαμηλώσεις τη φλόγα; Δεν θέλω η σάλτσα να αφρίσει και να ξεχειλίσει.
02
ξεχειλίζω, εκρήγνυμαι
(of a situation, feeling, etc.) to reach an uncontrollable state
Παραδείγματα
The disappointment in the team 's performance boiled over into a heated discussion.
Η απογοήτευση από την απόδοση της ομάδας ξέχυσε σε μια ζωηρή συζήτηση.



























