Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beginner's luck
01
good luck or unexpected success that is supposedly experienced by someone who is just starting a particular activity
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His first win was beginner's luck.



























