Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
No-hoper
01
χαμένος, απελπισμένη περίπτωση
a person or animal that is expected to fail in a contest, race, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
no-hopers
LanGeek



























