glitchy
glit
ˈglɪ
γκλι
chy
ʧi
τσι
twitchykitschypitchytitchy

Ορισμός και σημασία του "glitchy"στα αγγλικά

01

προβληματικός, ευάλωτος σε βλάβες

(of a machine or system) prone to suffer a sudden problem and fail to function correctly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
glitchiest
συγκριτικός βαθμός
glitchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, functionality, performance

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

glitchy
glitch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store