birding
Pronunciation
/ˈbɝdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "birding"στα αγγλικά

01

παρατήρηση πουλιών, birdwatching

the hobby of observing wild birds in their natural habitats, often involving identification and recording species
birding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Local birding groups meet monthly to share sightings and photos.
Οι τοπικές ομάδες παρατήρησης πουλιών συναντιούνται μηνιαία για να μοιραστούν παρατηρήσεις και φωτογραφίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store