Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amateur dramatics
01
ερασιτεχνικό θέατρο, ερασιτεχνική δραματουργία
the practice or performance of theater by non-professional actors, often as a hobby or community activity
Dialect
British
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ερασιτεχνικό θέατρο, ερασιτεχνική δραματουργία