Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amateur dramatics
01
ερασιτεχνικό θέατρο, ερασιτεχνική δραματουργία
the practice or performance of theater by non-professional actors, often as a hobby or community activity
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She joined the local amateur dramatics society to perform in plays on weekends.
Προσχώρησε στην τοπική κοινότητα ερασιτεχνικού θεάτρου για να παίξει σε θεατρικά έργα τα σαββατοκύριακα.



























