Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bogart
01
Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Μπόγκαρτ
United States film actor (1899-1957)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
to bogart
01
μονοπωλώ, κρατώ μόνος μου
to selfishly keep or hog something, especially a joint or cigarette
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bogart
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogarts
ενεστώτα μετοχή
bogarting
απλός αόριστος
bogarted
παθητική μετοχή
bogarted
Παραδείγματα
Stop bogarting that bowl; it's not just yours!
Σταμάτα να μπογκάρτεις το μπολ ; δεν είναι μόνο δικό σου!



























