gameplay
game
ˈgeɪm
geim
play
pleɪ
plei

Ορισμός και σημασία του "gameplay"στα αγγλικά

01

gameplay, τρόπος παιχνιδιού

the set of activities, actions, and interactions that take place during the course of a board game or video game 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gameplays
Παραδείγματα
The gameplay of this board game is simple but very engaging, making it fun for all ages. 

Ο τρόπος παιχνιδιού αυτού του επιτραπέζιου παιχνιδιού είναι απλός αλλά πολύ ελκυστικός, κάνοντάς το διασκεδαστικό για όλες τις ηλικίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gameplay

game

+

play

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store