Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gameplay
01
gameplay, τρόπος παιχνιδιού
the set of activities, actions, and interactions that take place during the course of a board game or video game
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gameplays
Παραδείγματα
The gameplay of this board game is simple but very engaging, making it fun for all ages.
Ο τρόπος παιχνιδιού αυτού του επιτραπέζιου παιχνιδιού είναι απλός αλλά πολύ ελκυστικός, κάνοντάς το διασκεδαστικό για όλες τις ηλικίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gameplay
game
play



























