Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redecoration
01
αναδιακόσμηση, διακοσμητική ανανέωση
the act of changing the style or appearance of a room by adding or updating things like colors, furniture, or decorations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
redecorations
Παραδείγματα
The redecoration of the office made it feel much brighter and more welcoming for employees.
Η αναδιακόσμηση του γραφείου το έκανε να φαίνεται πολύ πιο φωτεινό και ευπρόσδεκτο για τους υπαλλήλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
redecoration
decoration
decorate
decor



























