split-level
split
splɪt
split
le
le
vel
vəl
vēl

Ορισμός και σημασία του "split-level"στα αγγλικά

split-level
01

με δάπεδα ή δωμάτια χτισμένα σε ελαφρώς διαφορετικά ύψη, διαχωρισμένο επίπεδο

having floors or rooms built at slightly different heights 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most split-level
συγκριτικός βαθμός
more split-level
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store