Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Planning permission
01
άδεια οικοδόμησης, άδεια πολεοδομικού σχεδιασμού
a formal approval by a local authority to construct or change a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
planning permissions



























