planning permission
Pronunciation
/plˈænɪŋ pɚmˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "planning permission"στα αγγλικά

Planning permission
01

άδεια οικοδόμησης, άδεια πολεοδομικού σχεδιασμού

a formal approval by a local authority to construct or change a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
planning permissions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store