Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boiler room
01
θάλαμος λέβητα, θερμαντικός θάλαμος
a room in a ship or building, which is equipped with a heating device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boiler rooms



























