to read in
read
ri:d
rid
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "read in"στα αγγλικά

to read in
01

διαβάζω, εισάγω

to input data or information into a system or device 
to read in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read in
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads in
ενεστώτα μετοχή
reading in
απλός αόριστος
read in
παθητική μετοχή
read in
Παραδείγματα
The computer program can read in data from various file formats. 

Το πρόγραμμα υπολογιστή μπορεί να διαβάζει δεδομένα από διάφορες μορφές αρχείων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store