Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to read in
[phrase form: read]
01
διαβάζω, εισάγω
to input data or information into a system or device
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read in
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads in
ενεστώτα μετοχή
reading in
απλός αόριστος
read in
παθητική μετοχή
read in
Παραδείγματα
You can read the code in and execute it to see the results.
Μπορείτε να διαβάσετε τον κώδικα και να τον εκτελέσετε για να δείτε τα αποτελέσματα.



























