Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fit up
01
εξοπλίζω, προμηθεύω
to fully supply with equipment, clothes, food, or other necessities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fit
ενεστώτας
fit up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fits up
ενεστώτα μετοχή
fitting up
απλός αόριστος
fitted up
παθητική μετοχή
fitted up
Παραδείγματα
The organization helped fit up the disaster relief teams with essential supplies.
Ο οργανισμός βοήθησε να εξοπλιστούν οι ομάδες αντιμετώπισης καταστροφών με απαραίτητα προμήθειες.
02
κατασκευάζω αποδεικτικά στοιχεία, στηλίτευση
to fabricate evidence in order to make it appear as though somebody is guilty of a crime they have not committed
Dialect
British
Παραδείγματα
The corrupt detective tried to fit up the innocent suspect by planting false evidence at the crime scene.
Ο διεφθαρμένος ντετέκτιβ προσπάθησε να κατασκευάσει στοιχεία εναντίον του αθώου υπόπτου τοποθετώντας ψεύτικες αποδείξεις στη σκηνή του εγκλήματος.



























