Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count up
01
μετράω, αθροίζω
to add up a group of items or numbers to determine the total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count up
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts up
ενεστώτα μετοχή
counting up
απλός αόριστος
counted up
παθητική μετοχή
counted up
Παραδείγματα
Children in the classroom were excited to count up the days remaining until the school trip.
Τα παιδιά στην τάξη ήταν ενθουσιασμένα να μετρήσουν τις μέρες που απομένουν μέχρι τη σχολική εκδρομή.



























