Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count up
[phrase form: count]
01
μετράω, αθροίζω
to add up a group of items or numbers to determine the total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count up
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts up
ενεστώτα μετοχή
counting up
απλός αόριστος
counted up
παθητική μετοχή
counted up
Παραδείγματα
She counted up the receipts to see how much they had spent.
Πρόσθεσε τις αποδείξεις για να δει πόσα είχαν ξοδέψει.



























