Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand aside
01
παραμερίζω, αποσύρομαι
to temporarily withdraw from involvement or decision-making in a specific area or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
aside
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands aside
ενεστώτα μετοχή
standing aside
απλός αόριστος
stood aside
παθητική μετοχή
stood aside
Παραδείγματα
Understanding the potential bias, the committee member decided to stand aside and abstain from voting on the matter.
Κατανοώντας την πιθανή προκατάληψη, το μέλος της επιτροπής αποφάσισε να παραμείνει στο περιθώριο και να απέχει από την ψηφοφορία για το θέμα.
02
παραμερίζω, κάνω χώρο
to move to the side, creating room for someone else to pass
Παραδείγματα
In a courteous gesture, he decided to stand aside and let the elderly woman pass through the doorway first.
Σε μια ευγενική χειρονομία, αποφάσισε να σταθεί κατά μέρος και να αφήσει την ηλικιωμένη γυναίκα να περάσει πρώτη από την πόρτα.



























