Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see in
[phrase form: see]
01
καλωσορίζω, δέχομαι
to greet someone into a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees in
ενεστώτα μετοχή
seeing in
απλός αόριστος
saw in
παθητική μετοχή
seen in
Παραδείγματα
The mayor will see in the special guests at the charity event.
Ο δήμαρχος θα καλωσορίσει τους ειδικούς επισκέπτες στην φιλανθρωπική εκδήλωση.
02
βλέπω μέσα, κοιτάζω μέσα
to view the interior of a building from an external viewpoint
Παραδείγματα
She could see in through the open door and observe the cooking class.
Μπορούσε να δει μέσα από την ανοιχτή πόρτα και να παρακολουθήσει το μάθημα μαγειρικής.



























