Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see in
01
καλωσορίζω, δέχομαι
to greet someone into a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees in
ενεστώτα μετοχή
seeing in
απλός αόριστος
saw in
παθητική μετοχή
seen in
Παραδείγματα
The host saw us in with a warm smile when we arrived at the party.
Ο οικοδεσπότης μας καλωσόρισε με ένα ζεστό χαμόγελο όταν φτάσαμε στο πάρτι.
02
βλέπω μέσα, κοιτάζω μέσα
to view the interior of a building from an external viewpoint
Παραδείγματα
Shoppers can see in through the glass storefront to check out the latest fashion trends.
Οι πελάτες μπορούν να δουν μέσα μέσω του γυάλινου προσώπου του καταστήματος για να δουν τις τελευταίες τάσεις της μόδας.



























