to run with
run
rʌn
ran
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "run with"στα αγγλικά

to run with
01

αποδέχομαι και αρχίζω να χρησιμοποιώ, υιοθετώ και εφαρμόζω

to accept and start using a particular idea or method 
to run with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run with
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs with
ενεστώτα μετοχή
running with
απλός αόριστος
ran with
παθητική μετοχή
run with
Παραδείγματα
After the successful pilot program, the company decided to run with the new marketing strategy for all their products. 

Μετά το επιτυχημένο πιλοτικό πρόγραμμα, η εταιρεία αποφάσισε να υιοθετήσει τη νέα στρατηγική μάρκετινγκ για όλα τα προϊόντα της.

02

καλυμμένος με, ρέω

to have a liquid substance spread over a surface 
Παραδείγματα
The bathroom floor was running with water. 

Το πάτωμα του μπάνιου ήταν κατακλυσμένο με νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store