Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run with
[phrase form: run]
01
αποδέχομαι και αρχίζω να χρησιμοποιώ, υιοθετώ και εφαρμόζω
to accept and start using a particular idea or method
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run with
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs with
ενεστώτα μετοχή
running with
απλός αόριστος
ran with
παθητική μετοχή
run with
Παραδείγματα
The manager encouraged the staff to run with the customer feedback and make improvements to the product.
Ο διαχειριστής ενθάρρυνε το προσωπικό να αποδεχτεί τα σχόλια των πελατών και να βελτιώσει το προϊόν.
02
καλυμμένος με, ρέω
to have a liquid substance spread over a surface
Παραδείγματα
Her tears ran with mascara as she cried during the emotional movie.
Τα δάκρυά της έτρεχαν με μάσκαρα καθώς έκλαιγε κατά τη διάρκεια της συναισθηματικής ταινίας.



























