Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run against
01
καταθέτω υποψηφιότητα εναντίον, αντιτίθεμαι
to oppose or have an effect that is not helpful toward someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run against
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs against
ενεστώτα μετοχή
running against
απλός αόριστος
ran against
παθητική μετοχή
run against
Παραδείγματα
The candidate decided to run against the incumbent governor in the upcoming election.
Ο υποψήφιος αποφάσισε να κατέλθει ενάντια στον εν ενεργεία κυβερνήτη στις επερχόμενες εκλογές.
02
συναντώ τυχαία, πετύχω
to unexpectedly encounter someone
Παραδείγματα
I ran against my childhood friend at the airport yesterday.
Χθες συνάντησα τον παιδικό μου φίλο στο αεροδρόμιο.
03
συγκρούομαι με, πέφτω πάνω σε
to collide with someone or something
Παραδείγματα
I accidentally ran against the table in the dark.
Συγκρούστηκα κατά λάθος με το τραπέζι στο σκοτάδι.



























