Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run against
[phrase form: run]
01
καταθέτω υποψηφιότητα εναντίον, αντιτίθεμαι
to oppose or have an effect that is not helpful toward someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run against
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs against
ενεστώτα μετοχή
running against
απλός αόριστος
ran against
παθητική μετοχή
run against
Παραδείγματα
The students organized a protest to run against the school's decision to eliminate art classes.
Οι μαθητές οργάνωσαν μια διαδήλωση για να αντιταχθούν στην απόφαση του σχολείου να καταργήσει τα μαθήματα τέχνης.
02
συναντώ τυχαία, πετύχω
to unexpectedly encounter someone
Παραδείγματα
He ran over his cousin at the music festival last weekend.
Συνάντησε τον ξάδερφό του στο μουσικό φεστιβάλ το περασμένο σαββατοκύριακο.
03
συγκρούομαι με, πέφτω πάνω σε
to collide with someone or something
Παραδείγματα
I accidentally ran against the table in the dark.
Συγκρούστηκα κατά λάθος με το τραπέζι στο σκοτάδι.



























