Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mess with
01
ασχολούμαι με, εμπλέκομαι με
to get involved with something or someone, often dangerous, in a way that might lead to problems or harm
Transitive: to mess with sb/sth
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
mess
ενεστώτας
mess with
γ΄ ενικό πρόσωπο
messes with
ενεστώτα μετοχή
messing with
απλός αόριστος
messed with
παθητική μετοχή
messed with
Παραδείγματα
Don't mess with the electrical wiring unless you're trained; it's dangerous.
Μην ασχολείστε με την ηλεκτρική καλωδίωση εκτός αν είστε εκπαιδευμένοι· είναι επικίνδυνο.
02
πειράζω, αστειεύομαι με
to tease or joke with someone in a lighthearted and good-natured manner
Transitive: to mess with sb
ανεπίσημο
Παραδείγματα
We always mess with each other at work; it keeps the atmosphere light and fun.
Πάντα πειράζουμε ο ένας τον άλλο στη δουλειά· αυτό κρατά την ατμόσφαιρα ελαφριά και διασκεδαστική.
03
ενοχλώ, προκαλώ
to bother, provoke, or antagonize someone
Transitive: to mess with sb/sth
αργκό
Παραδείγματα
Don't mess with me when I'm tired.
Μην μπαίνεις στα πόδια μου όταν είμαι κουρασμένος.
04
μου αρέσει, υποστηρίζω
(African American) to like, enjoy, approve of, or support someone or something
αργκό
Παραδείγματα
I really mess with that new song.
Πραγματικά μου αρέσει αυτό το νέο τραγούδι.



























