Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump in
[phrase form: jump]
01
εμπλέκομαι, πετάγομαι
to get involved in something without delay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump in
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps in
ενεστώτα μετοχή
jumping in
απλός αόριστος
jumped in
παθητική μετοχή
jumped in
Παραδείγματα
The volunteers are always ready to jump in and assist during community events.
Οι εθελοντές είναι πάντα έτοιμοι να επιδώσουν και να βοηθήσουν κατά τις εκδηλώσεις της κοινότητας.
02
παρεμβαίνω, μπαίνω στη συζήτηση
to interrupt a conversation or discussion to contribute one's input or thoughts
Παραδείγματα
I had to jump in with some clarifications to prevent any misunderstandings.
Έπρεπε να παρέμβω με μερικές διευκρινίσεις για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις.



























