to jump in
jump
ʤʌmp
jamp
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "jump in"στα αγγλικά

to jump in
01

εμπλέκομαι, πετάγομαι

to get involved in something without delay 
to jump in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump in
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps in
ενεστώτα μετοχή
jumping in
απλός αόριστος
jumped in
παθητική μετοχή
jumped in
Παραδείγματα
She didn't waste any time; she jumped in and took charge of the emergency situation. 

Δεν έχασε χρόνο· μπήκε αμέσως και ανέλαβε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

02

παρεμβαίνω, μπαίνω στη συζήτηση

to interrupt a conversation or discussion to contribute one's input or thoughts 
Παραδείγματα
I wanted to make a point, so I decided to jump in and share my thoughts. 

Ήθελα να κάνω ένα σημείο, γι' αυτό αποφάσισα να μπώ και να μοιραστώ τις σκέψεις μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store