Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump in
01
εμπλέκομαι, πετάγομαι
to get involved in something without delay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump in
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps in
ενεστώτα μετοχή
jumping in
απλός αόριστος
jumped in
παθητική μετοχή
jumped in
Παραδείγματα
She didn't waste any time; she jumped in and took charge of the emergency situation.
Δεν έχασε χρόνο· μπήκε αμέσως και ανέλαβε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
02
παρεμβαίνω, μπαίνω στη συζήτηση
to interrupt a conversation or discussion to contribute one's input or thoughts
Παραδείγματα
I wanted to make a point, so I decided to jump in and share my thoughts.
Ήθελα να κάνω ένα σημείο, γι' αυτό αποφάσισα να μπώ και να μοιραστώ τις σκέψεις μου.



























