ceasefire
cease
ˈsi:s
sis
fire
faɪə
faie
cease-fire

Ορισμός και σημασία του "ceasefire"στα αγγλικά

01

εκεχειρία, ανακωχή

a temporary peace during a battle or war when discussions regarding permanent peace is taking place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ceasefires
Παραδείγματα
The two sides agreed to a ceasefire to allow peace talks to begin. 

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε εκεχειρία για να επιτρέψουν την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store