Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get with
01
βγαίνω με, ξεκινώ μια ρομαντική σχέση με
to start a romantic relationship with someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets with
ενεστώτα μετοχή
getting with
απλός αόριστος
got with
παθητική μετοχή
gotten with
Παραδείγματα
He wanted to get with her and asked her out on a date.
Ήθελε να βγει με αυτήν και της ζήτησε να βγουν ραντεβού.
1.1
κάνω σεξ με, κοιμάμαι με
to engage in sexual activity with someone
Παραδείγματα
He wanted to get with her but she didn't feel the same way.
Ήθελε να κάνει σεξ με αυτήν αλλά αυτή δεν ένιωθε το ίδιο.
02
εμπλέκομαι σε, συγχρονίζομαι με
to become involved or in sync with something
Παραδείγματα
She decided to get with the environmental movement and started recycling.
Αποφάσισε να εμπλακεί με το περιβαλλοντικό κίνημα και άρχισε να ανακυκλώνει.
03
συναντώ, συγκεντρώνομαι με
to meet or associate with someone
Παραδείγματα
Let's get with our friends at the café for a cup of coffee.
Ας συναντηθούμε με τους φίλους μας στο καφέ για ένα φλιτζάνι καφέ.



























