to get with
Pronunciation
/ɡˈɛt wɪð/

Ορισμός και σημασία του "get with"στα αγγλικά

to get with
01

βγαίνω με, ξεκινώ μια ρομαντική σχέση με

to start a romantic relationship with someone
to get with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets with
ενεστώτα μετοχή
getting with
απλός αόριστος
got with
παθητική μετοχή
gotten with
1.1

κάνω σεξ με, κοιμάμαι με

to engage in sexual activity with someone
02

εμπλέκομαι σε, συγχρονίζομαι με

to become involved or in sync with something
03

συναντώ, συγκεντρώνομαι με

to meet or associate with someone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store