Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get with
01
βγαίνω με, ξεκινώ μια ρομαντική σχέση με
to start a romantic relationship with someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets with
ενεστώτα μετοχή
getting with
απλός αόριστος
got with
παθητική μετοχή
gotten with
1.1
κάνω σεξ με, κοιμάμαι με
to engage in sexual activity with someone
02
εμπλέκομαι σε, συγχρονίζομαι με
to become involved or in sync with something
03
συναντώ, συγκεντρώνομαι με
to meet or associate with someone



























