Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall about
[phrase form: fall]
01
πετώμαι από τα γέλια, γελάω ασταμάτητα
to laugh so hard that one's entire body moves somewhat uncontrollably
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall about
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls about
ενεστώτα μετοχή
falling about
απλός αόριστος
fell about
παθητική μετοχή
fallen about
Παραδείγματα
As soon as she started imitating the boss, the office staff fell about, finding her impression too amusing.
Μόλις άρχισε να μιμείται το αφεντικό, το προσωπικό του γραφείου ξέσπασε στα γέλια, βρίσκοντας την εντύπωσή της πολύ διασκεδαστική.



























