Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall about
01
πετώμαι από τα γέλια, γελάω ασταμάτητα
to laugh so hard that one's entire body moves somewhat uncontrollably
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall about
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls about
ενεστώτα μετοχή
falling about
απλός αόριστος
fell about
παθητική μετοχή
fallen about
Παραδείγματα
The amusing skit caused everyone in the room to fall about, creating a lively and cheerful atmosphere.
Το αστείο σκετς έκανε όλους στο δωμάτιο να καταρρέουν από τα γέλια, δημιουργώντας μια ζωντανή και χαρούμενη ατμόσφαιρα.



























