to fall about
fall
ˈfɔ:l
fawl
a
ə
ē
bout
baʊt
bawt

Ορισμός και σημασία του "fall about"στα αγγλικά

to fall about
01

πετώμαι από τα γέλια, γελάω ασταμάτητα

to laugh so hard that one's entire body moves somewhat uncontrollably 
to fall about definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall about
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls about
ενεστώτα μετοχή
falling about
απλός αόριστος
fell about
παθητική μετοχή
fallen about
Παραδείγματα
The amusing skit caused everyone in the room to fall about, creating a lively and cheerful atmosphere. 

Το αστείο σκετς έκανε όλους στο δωμάτιο να καταρρέουν από τα γέλια, δημιουργώντας μια ζωντανή και χαρούμενη ατμόσφαιρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store