Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call away
01
καλώ μακριά, κάνω κάποιον να φύγει
to make someone leave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call away
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls away
ενεστώτα μετοχή
calling away
απλός αόριστος
called away
παθητική μετοχή
called away
Παραδείγματα
A family emergency called him away from the party.
Μια οικογενειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης τον κάλεσε μακριά από το πάρτι.



























