Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call away
[phrase form: call]
01
καλώ μακριά, κάνω κάποιον να φύγει
to make someone leave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call away
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls away
ενεστώτα μετοχή
calling away
απλός αόριστος
called away
παθητική μετοχή
called away
Παραδείγματα
Urgent news called the team away from their celebration.
Επείγον νέα κάλεσαν την ομάδα μακριά από τον εορτασμό τους.



























