to call away
call
ˈkɔ:l
kawl
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "call away"στα αγγλικά

to call away
01

καλώ μακριά, κάνω κάποιον να φύγει

to make someone leave 
to call away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call away
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls away
ενεστώτα μετοχή
calling away
απλός αόριστος
called away
παθητική μετοχή
called away
Παραδείγματα
A family emergency called him away from the party. 

Μια οικογενειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης τον κάλεσε μακριά από το πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store